(Untitled)

We must put our souls in what we do and still refuse to take anything too seriously.

What the fuck, even the sun will explode one day.

Cosmic Dust

A moment of cosmic awareness on a dirty military bed. Bottom line is: I am happy, I am just not able to fully grasp it. I think I need to visit the seaside again. On a windy day.

Empty Streets.

Our lives are empty streets.

Our lives are empty streets.

Our lives are empty streets.

Τραμ.

Ξεκίνησα για τη δουλειά κάπως καθυστερημένα, άυπνος και κακοδιάθετος. Παράτησα το ποδήλατο στο σπίτι και πήρα το τραμ, αλλά σύντομα το μετάνιωσα γιατί ήταν ασφυκτικά  γεμάτο από ανθρώπους που πήγαιναν κι αυτοί στις δουλειές τους. Οι περισσότεροι είχαν ένα βαριεστημένο ύφος που τους έκανε να φαίνονται κάπως ανόητοι καθώς λικνίζονταν πέρα δώθε, προσπαθώντας να κρατήσουν την ισορροπία τους. Αν και δε γνώριζα κανέναν, ένιωθα διαφορετικός απ’ όλους αυτούς τους δύστυχους και, έτσι από περιέργεια, έψαξα την την εικόνα του εαυτού μου σε κάποιο τζάμι. Κρυμμένο πίσω από αρκετούς ανθρώπους, αντίκρυσα το είδωλό μου, μα μού φάνηκε μάλλον αδιάφορο, αν όχι γελοίο, με εκείνο το ανέκφραστο ύφος, και ύστερα έμεινα για αρκετή ώρα εκεί, απέναντί του, προσπαθώντας μάταια να νιώσω κάτι, οτιδήποτε. Ύστερα χάζεψα για λίγο με τον κόσμο που μπαινόβγαινε και, ελπίζοντας σε κάτι, δεν ξέρω τι ακριβώς, έδειχνα ιδιαίτερα ευγενικός με όποιον περνούσε δίπλα μου, ώσπου τελικά βαρέθηκα και τα παράτησα. Κοίταξα έξω από το παράθυρο του τραμ την πόλη, που έτρεχε προς την αντίθετη κατεύθυνση – το πάρκο ήταν στη θέση του, το νεκροταφείο επίσης, το ίδιο και τα μαγαζιά στη συνοικία των Αράβων, με τα ρολά τους ήδη ανεβασμένα, και ύστερα η λίμνη, που σύντομα θα πάγωνε, η κεντρική πλατεία και, πιο πέρα, η γέφυρα που απλωνόταν πάνω απ’ το κανάλι και ο ήλιος που ανέτειλε στο βάθος, όλα ήταν εκεί, όλα ήταν στη θέση τους, μα η όψη τους ήταν γυμνή και αιχμηρή όσο ποτέ, όλα είχαν κάτι το απόκοσμα κενό κι όμως απόλυτα αρμονικό με τα τριξίματα του βαγονιού πάνω στις ράγες. Έκλεισα τα μάτια και όταν τα ξανάνοιξα, το τραμ είχε σχεδόν φτάσει στο τέρμα.

Ατύχημα.

Σκέφτηκα τότε ότι κατά τύχη ήμουν εκεί και όχι κάπου αλλού και ότι, κατά συνέπεια, δεν είχε καμιά σημασία αν θα παρέμενα στη θέση μου ή όχι. Έστω και μεθυσμένος, ο Μάρτιν είχε πει πως ήταν όλα εντάξει και, επομένως, η υπόθεση μπορούσε να πάρει το δρόμο της. Έτσι, έμεινα για αρκετή ώρα ακίνητος, με το βλέμμα μου στραμμένο προς τις τούφες καπνού που ξεπηδούσαν – η μια μετά την άλλη – απ’ το παράθυρό του, και υψώνονταν ψηλά στον ουρανό, μέχρι που χάνονταν από τα μάτια μου. Όταν οι πρώτες φλόγες έγλειψαν το άνοιγμα και οι φωνές γέμισαν το σπίτι, ήμουν ακόμη στην ίδια θέση, περιμένοντας κάτι, δεν ξέρω τι. Και όταν, λίγο αργότερα, οι ένοικοι άρχισαν ένας-ένας να πετάγονται έξω αλλόφρονες, ένιωσα να μουδιάζω από μια παράξενη έξαψη – ήμουν αναστατωμένος, μάλλον από δέος, παρά από φόβο. Για όση ώρα κράτησε η αναταραχή, στεκόμουν εκεί, έξω και πάνω από όλα, βαθιά, τρομακτικά προνομιούχος. Κάποιοι θα πουν πως ήμουν ένοχος.

Στο Παράθυρο.

Στο τριώροφο που φαίνεται από το παράθυρο είχαν ήδη ανάψει τα φώτα και τα παράθυρα έλαμπαν, κάτω από έναν ουρανό σκεπασμένο με βαριά σύννεφα. Στο βάθος, πίσω από τη στέγη του σπιτιού, ο ορίζοντας καιγόταν με μια αχνή πορτοκαλί λάμψη, που φώτιζε τα σύννεφα από τη μια πλευρά, κάνοντάς τα να μοιάζουν με μισοσβησμένα κάρβουνα. Κάτι τέτοιες στιγμές, μου αρέσει να κάθομαι στο παράθυρο και να παρατηρώ το πηγαινέλα των απέναντι μέσα από τα τζάμια. Τους ξέρω σχεδόν όλους. Στον πρώτο όροφο μένει ένα ζευγάρι. Συνήθως κάθονται μαζί στο σαλόνι, αλλά προτιμώ να τους χαζεύω όταν ο ένας από τους δύο είναι στην κρεβατοκάμαρα και διαβάζει ή κοιμάται, ενώ ο άλλος μαγειρεύει στην κουζίνα. Στο δεύτερο όροφο μένουν τέσσερα άτομα, που πάντα γυρίζουν αργά στο σπίτι και συνήθως κάθονται μαζί στο καθιστικό, ενώ στον τρίτο μένει μια ξανθιά κοπέλα, που έχει και το περισσότερο ενδιαφέρον, γιατί συνέχεια κυκλοφορεί με τα εσώρουχα. Όταν είναι να βγει από το σπίτι, τη βλέπω να πηγαίνει πέρα δώθε κρατώντας διάφορα ρούχα, τα οποία προβάρει με τις ώρες μπροστά στον καθρέφτη. Εκείνο το απόγευμα, είχαν συγκεντρωθεί όλοι στο διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου και ετοίμαζαν φαγητό, αλλά δεν είχα διάθεση να ασχοληθώ άλλο μαζί τους.

Ποδήλατο.

(…) είχα απορροφηθεί από τη βροχή που με μαστίγωνε στο πρόσωπο – ένιωθα πως για λίγες στιγμές ζούσα μέσα σε έναν κόσμο όπου υπήρχαν μόνο σταγόνες βροχής, ο δρόμος που ακολουθούσα μπροστά μου και το ποδήλατο. Άκουγα την Κατρίν να φωνάζει πίσω μου και χτυπούσα τα πετάλια με όλη μου τη δύναμη, σχεδόν εκστασιασμένος, ενώ εκείνη πάσχιζε να με ακολουθήσει κόντρα στον αέρα, και όποτε έφτανε δίπλα μου ή σταματούσαμε σε κάποιο φανάρι, εγώ κουνούσα το κεφάλι μου και συμφωνούσα, σχεδόν σε όλα όσα έλεγε, χωρίς να την ακούω. Ύστερα από ώρα, φτάσαμε σπίτι και μπήκαμε στην αυλή μούσκεμα, και εκείνη για κάποιο λόγο χαμογελούσε και άρχισε να με ρωτάει για τη δουλειά μου – πώς είχα βρεθεί εκεί, τι έκανα πριν, τέτοια πράγματα.

Η Πόλη.

Αντίθετα με το Μάρτιν, πίστευα πως είχα καταφέρει κάτι και αυτό μου έδινε μια ικανοποίηση. Όμως, εκείνο το πρωί, για πρώτη φορά, ένιωσα πως η πόλη που απλωνόταν γύρω μου ήταν εξίσου αδιάφορη προς εμένα, όσο και προς εκείνον.

Άχρηστα Πράγματα.

Δεν κρατάω ποτέ άχρηστα πράγματα – από την άλλη όμως, όταν μετακομίζει κανείς, ένα κλειστό πακέτο παίρνει εύκολα μια θέση στο σωρό. Ίσως όταν το ‘φερα να είχα κάποιο καλό λόγο, μπορεί όμως να κάνω και λάθος, γιατί έχει περάσει καιρός από τότε. Πάντως αργά ή γρήγορα θα το άνοιγα, όπως κι έγινε, και σε κάθε περίπτωση, όλα εξυπηρετούν κάποιο σκοπό.

Γύρω από τη Φωτιά.

Δεν είμαι σίγουρος πόσα δευτερόλεπτα πέρασαν, μα όταν άκουσα και πάλι τη φωνή του Ρενέ να περιγράφει πώς γύρισε κάποτε άφραγκος από κάποια παραλία, κάπου, στην άλλη άκρη του κόσμου, η Κατρίν είχε ανάψει τσιγάρο και τακτοποιούσε τη φωτιά μ’ ένα ξύλο. Δεν με κρατούσε πια. Ίσως να ‘ταν απλά η φαντασία μου.

Page 1 of 2012345...1020...Last »